Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Λίλιθ και Εύα

Όχι η Εύα, η Λίλιθ.
Αυτή κυλιέται στο σκοτάδι
γυμνή και ανασαίνει
στην πηχτή λίμνη με τους βάτραχους
αυτή είναι Άρπυια και δαίμονας και Γάτα
αυτή ξεσκίζει, καταστρέφει και τρελαίνεται.
Όχι λοιπόν την μαλακή πειθήνια Εύα
με το κορμί ροδάκινο
αλλά την Λίλιθ
εκείνη την αλλοπαρμένη,
που έχει δυο μισά φεγγάρια μοναξιάς στο στήθος
και ξεριζώνει με ένα μαχαίρι την καρδιά
για να γράψει με το αίμα της στους τοίχους
κι ύστερα γίνεται ένα κουβάρι μήλο
και κατακόκκινη κυλάει στα σκοτάδια
την Λίλιθ του Κάτω Κόσμου που γερνά.
Αυτήν πρέπει πρώτα να γνωρίσεις.
Αν όπως λες, μπορείς και μ’ αγαπάς.

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

Η μικρή Γκρέις (Η Αλεπού και ο κόκκινος χορός, Γαβριηλίδης २००९)

Η μικρή Γκρέις
ζει ακόμα εδώ
με άσπρο φόρεμα φουρό
μαύρα λουστρίνια για παπούτσια
και καστανά μπουκλάκια στα μαλλιά.
Πιπιλάει το δάχτυλό της.
Τις νύχτες σέρνεται στις σκοτεινές γωνίες
γλιστράει κάτω από το πάπλωμα σαν φίδι
οι εραστές πετιούνται πάνω τρομαγμένοι
στο χέρι κρατάει ένα κερί και τους φωτίζει
φεύγουν στο τέλος κάθιδροι από φόβο
και πίσω τους διπλοκλειδώνει
την δρύινη πόρτα της καρδιάς μου.
Πότε θα μεγαλώσεις μικρή Γκρέις
πέρασαν κιόλας τριάντα χρόνια από τότε
οι μάσκες δεν ουρλιάζουν πια τα βράδια
το βαλσαμωμένο ελάφι δεν κουνάει τα κέρατά του
ο άνθρωπος σκιά δεν θα ξανάρθει
κανείς δεν θα βάψει κόκκινο
το λευκό σου νυχτικό.
Όταν έτσι της μιλώ
κλαίει με κοφτά αναφιλητά
νομίζει ότι θα φύγω.
Ποτέ δεν θα σε εγκαταλείψω, ψιθυρίζω
και της χαϊδεύω τα μαλλιά
ενώ αυτή θηλάζει το αίμα των καρπών μου.

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

Πού πάνε τα ποιήματα

Πετούν διστακτικά απ’ το παράθυρο,
μετεωρίζονται για λίγο σε καθρέφτη ουρανό
κι ύστερα γέρνουν τις μαύρες τους φτερούγες
και ακολουθούν την κατακόρυφη πορεία προς τα κάτω.
Μόνο σπάνια
κάποιο απ’ αυτά ξεγελάει τον νόμο της βαρύτητας
και προλαβαίνει να σε αγγίξει
εκεί κοντά στο στόμα
πριν γκρεμιστεί για πάντα μες στην άβυσσο.

Γι αυτό το ένα ποίημα γράφω ακόμα.

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Η γυναίκα που ταξίδευε

Της αρέσει να ταξιδεύει. Να μπαίνει μέσα σε ένα λεωφορείο, σε ένα τρένο, σε έναν άνθρωπο. Να μπαίνει μέσα από τα μάτια του και να κυλάει κατευθείαν στο σκοτεινό δωμάτιο μέσα του.
Έχει μάθει πως σε κάθε άνθρωπο υπάρχει ένα σκοτεινό δωμάτιο με ελαστικά τοιχώματα, πως αν έχει μαζί της έναν μικρό καθρέφτη μπορεί να δει την αντανάκλαση του δικού της δωματίου. Να ακούσει το λάκτισμα του μικρού τέρατος που την κατοικεί.
Ξέρει για το ζώο των ανθρώπων. Οι περισσότεροι τα έχουν αλυσοδεμένα στα μικρά σκοτεινά τους δωμάτια. Υπάρχουν κι άλλα που αλωνίζουν ελεύθερα και κατασπαράζουν στο τέλος τους ανθρώπους μέσα στους οποίους ενεδρεύουν.
Θέλει να γνωρίσει τα ζώα των άλλων. Μερικά την αφήνουν να πλησιάσει, άλλα της κόβουν κομμάτια, όμως αυτή λαχταράει να τα εξημερώσει και να τα γνωρίσει. Ελπίζει έτσι να γνωρίσει και να εξημερώσει το δικό της ζώο.
Τώρα είναι νύχτα και ταξιδεύει με ένα λεωφορείο. Έξω βλέπει τα ακαθόριστα σχήματα της νύχτας να γίνονται πελώριοι γίγαντες, οι πατούσες τους απειλούν να συνθλίψουν το λεωφορείο. Μέσα στο λεωφορείο όλοι κοιμούνται, τα μάτια της νύχτας αργοσβήνουν, ένας ολόκληρος πλανήτης κοιμάται μέσα στο ανθρώπινο σκοτάδι μιας περιρρέουσας θλίψης.
Σκέφτεται την στιγμή της συνάντησης. Τα χέρια του γύρω της, αυτόν μέσα της. Η μόνη στιγμή εξημέρωσης, το μόνο άγγιγμα, τότε που τα ζώα και των δύο γίνονται μαύρα άλογα, στιλπνά, βελούδινα άλογα και καλπάζουν μέσα κι έξω και υπάρχουν ανοιχτές διελεύσεις και οι πόρτες ανοίγουν κι ύστερα τα ζώα γίνονται μικρά μανιτάρια, φωλιάζουν αγκαλιά και κοιμούνται μέσα σε μία χούφτα, στην παλάμη ενός ανθρώπινου χεριού.
Το ζώο μέσα της πεινάει και την πονάει. Το νιώθει να τεντώνει το αιλουροειδές κορμί του, να οσφραίνεται ανήσυχο τον αέρα. Μυρίζει από μακριά το ζώο του άλλου που την περιμένει, καραδοκεί ανήσυχο, προαισθάνεται, δεν θέλει να ενωθεί, λαχταράει να ενωθεί, φοβάται, γυρνάει γύρω γύρω στο σκοτεινό δωμάτιο, ανησυχεί για τον χώρο του, δυσπιστεί για την κατάληψη, θέλει να αδράξει και να μπήξει τα δόντια του στο άλλο ζώο, αυτό που περιμένει στον προορισμό. Το ζώο μέσα της είναι λειψό, έχει μία τρύπα στην θέση της καρδιάς, θέλει να χαϊδευτεί, να γείρει το κεφάλι του, να μην νιώθει τόσο μόνο, τόσο τέρας, τόσο σκοτεινό.
Το ζώο μέσα στον άντρα που την περιμένει είναι ανήσυχο. Κλωτσάει με όλη του την δύναμη, ο άντρας είναι ήδη κουρασμένος. Το ζώο του είναι πιο εκπαιδευμένο, λιγότερο απαιτητικό. Του αρκεί να ζευγαρώνει, μία αρχέγονη ιεροτελεστία μικρής διάρκειας. Ύστερα γυρνάει μέσα στην φωλιά και κλαίει μόνο.
Στην γυναίκα αρέσει να ταξιδεύει. Μέσα στο σκοτάδι της. Στο σκοτάδι των άλλων. Μέχρι να την καταβροχθίσουν. Το ζώο της. Τα ζώα των άλλων.

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Δύο ποιήματα-

μισή

δύο χέρια, δύο πόδια
μάτια, στήθη, πνεύμονες
νεφρά, αυτιά
όλα διπλά.
Όμως μισή.
Μόνο στην αγκαλιά του.
Ολόκληρη.

Φωτογραφία
ΙΙ

Συμβαίνει αυτό συχνά.
Απλώς δεν το παρατηρούμε.
Στις φωτογραφίες ανθρώπων που αγαπήσαμε
που ακόμα αγαπάμε.
Σιγά σιγά φυλλοροούν.
Ερημώνουν.
Χάνουν το χρώμα, την λάμψη τους
γίνονται ασπρόμαυρες.
Βαθμιαία το περίγραμμα εξασθενεί
τα χαρακτηριστικά αλλοιώνονται
πολλές φορές τα πρόσωπα αποχωρούν
μένει μόνο ένα κουστούμι, μία φούστα
να θυμίζει την παρουσία που υπήρξε.
Μόνο η δική σου φωτογραφία
(ξέρεις, αυτή που δεν βγάλαμε ποτέ)
είναι ακόμα ζωντανή

η αφή της αχνίζει
στα δάχτυλά μου.

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Δύο πρόσφατα ποιήματα Η Τερέζα και άλλες ιστορίες και Το κορμί

H Τερέζα και άλλες ιστορίες

«Γεια σου Τερέζα» ,με χαιρέτησε.
«Δεν με λεν Τερέζα»,του απάντησα.
Γύρω οι καπνοί Πυθίας σε ένα μπαρ
από τσιγάρα και αλκοόλ
πνίγουν έναν Οιδίποδα που κλαίει
καθώς μοναχικά πίνει στον πάγκο.
Γνωρίζει πια το όνομα, το μυστικό.
«Κανένα πρόβλημα», είπε αυτός ατάραχος
(φορούσε δερμάτινο μπουφάν),
«ζούμε τον βεζούβιο της στιγμής
για τώρα, για απόψε,
θα σε λεν Τερέζα».
Ήταν κι αυτό ένα όνομα.
Βολεύτηκα μέσα του
όπως σε μαύρο καναπέ
στην αίθουσα αναμονής του ψυχιάτρου.
Δεν ρώτησα τίποτε.
Αργότερα μου εκμυστηρεύτηκε.
Εκείνο το βράδυ
με ερωτεύτηκε.
Εμένα που με λεν Τερέζα.
Μία πόρνη με δαντελωτά εσώρουχα.
Όταν στα δέκα έξι
έκανε για πρώτη φορά έρωτα με γυναίκα.


Το κορμί

Θυμάμαι την διαδρομή
το πώς κατέβηκα επάνω σου
όπως σε πίστα πατινάζ
το ταξίδι πάνω στο κοφτερό γυαλί
τις αλλεπάλληλες περιδινήσεις
γύρω από τον πυρήνα ενός σύμπαντος που τρέμει
την δική σου τέλος επιστροφή
στο αχνιστό σπίτι με τον μαύρο κύκνο
από όπου όλοι ξεκινάμε.
Και όλο και πιο ξεκάθαρα
καθώς περνάει ο καιρός

το κορμί σου.

Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

Αισιοδοξία

Αισιοδοξία

Θα ξαναβρεθούμε κάποτε.
Θα φοράς το πρόσωπό σου
και την γκρίζα καμπαρντίνα,
θα φυσάει ανάλαφρα
όπως σ’ εκείνη μας την βόλτα
(θα περπατάς στο κάτω πεζοδρόμιο
κι εγώ πάντα στο πάνω
για να μπορώ λιγάκι να σε φτάνω).
ασφόδελοι θα πετούν ανάμεσά μας
τα αρχαία ερείπια
θα γεμίσουν γύρη
μια πάχνη θα σκεπάσει το φιλί μας.
Τα χείλη σου ζεστά.
Ύστερα εσύ δεν- θα τελειώσει αυτό
Κι εγώ δεν- θα φύγει αυτό
δεν θα σου στείλω μήνυμα
ότι δεν θέλω να σε χάσω
(ο αέρας πάντα παρασέρνει τα μηνύματα
γι αυτό άδεια φύλλα σέρνονται στους δρόμους)
στην Ανταρκτική λιώνει ένας σβώλος χιόνι
κι αλλού μία ήπειρος βουλιάζει στο κενό.
Στην αρχαία αγορά ένας άντρας, μια γυναίκα
περπατούν χαρούμενοι
ανυποψίαστοι για ό, τι θα συμβεί.

ενοχή

Ενοχή

Ένοχη, το ομολογώ.
Το τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα.
Ελαφρυντικά μου η βροχή,
τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ
ίσως και το κορμί σου
ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε.
Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα
για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο, τα μήλα
την εκδίωξη
για το ότι δεν τόλμησες
δεν έμαθες
δεν ρώτησες.
Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ
για σένα έγραψα έναν στίχο
γυμνό και λυπημένο
σ’ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές
ποίημα της ζωής μου.

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Οι συμπτώσεις

Σύμπτωση πρώτη ότι βρεθήκαμε
στην ίδια φέτα του χρόνου και του τόπου
είχαμε χάσει και οι δύο Γενέθλια γη
ο καθένας είχε κάνει ένα ταξίδι
οι πρόγονοί μας κυλούσαν μες τον χρόνο
τρέχοντας σκυφτοί και μαλλιαροί.
Σύμπτωση δεύτερη ένα σπίτι ταξιδεύει
μία πόρτα κλείνει, ένα σώμα αποχωρεί
ένας άντρας δεν θέλει να χάσει πάλι
μία γυναίκα με μαύρο κότσο
χωρίς πόδια, χωρίς χέρια
ζωγραφίζει έναν άντρα που προδίδει,
ένας άντρας χωρίς αυτί
ζωγραφίζει μία γυναίκα που φεύγει,
μία γυναίκα γράφει για έναν Κώστα που εγκαταλείπει
ένας Κώστας για μία Μαρία που βήχει
σύμπτωση τρίτη ασύμπτωτες ιστορίες
ανθρώπων που αγαπήσαν μέσα σε έναν καμβά
γιατί οι λέξεις ήταν πιο αναπαυτικές και τους χωρούσαν
γιατί πάντα μέσα από ένα παράθυρο
το δάσος μοιάζει πιο γοητευτικό
καθώς βυθίζεται στην θάλασσα.